Μη φοβού! Διώξε τους φόβους που δυναστεύουν τη ζωή σου!

Μέσα από τα κείμενα που αφηγούνται ένα διαφορετικό οδοιπορικό στις πλαγιές του Άθωνα, ο συγγραφέας καταγράφει την σοφία των ασκητών και των Πατέρων, ως αντίδοτο στην καταδυνάστευση του φόβου που κυριεύει τον σύγχρονο άνθρωπο. Ένα βιβλίο αληθινό βάλσαμο! Γιατί και πώς ριζώνουν οι φόβοι στην ψυχή μας; Πώς εγκλωβίζουν την ψυχή μας οι ενοχές, η τελειομανία, μα και η ολιγοπιστία;

ΑΠΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ – ΚΑΤΗΦΕΙΑ
Ὁ παππα-Χαρίτων συνέχισε: «Μας λείπει τώρα τὸ νηπιακὸ καὶ ἁπλὸ φρόνημα δίχως περιπλέξεις καὶ μπερδέματα. Τα βλέπουμε ὅλα βλοσυρά, σοβαρὰ καὶ σκυθρωπά. Ἂν πεῖς σήμερα κανένα καλὸ ἀστεῖο καὶ γελάσεις, σὲ κοιτοῦν σὰν νά ‘σαι παθημένος. Μὰ κάλλιο “παθημένος” γιὰ τοὺς σοβαρούς, παρὰ πεθαμένος γιὰ τὸν Θεόν.
Μάλιστα, ὁρισμένοι νομίζουν πως μόλις κάποιος πιστέψει στὸν Χριστὸ ἢ καλογερέψει, σταματᾶ νὰ ἐνεργεῖ ἡ ἰδιομορφία τῆς προσωπικότητάς του καὶ ἰσοπεδώνεται ἀπὸ ἕνα θρησκευτικό ὁδοστρωτῆρα ἐντολῶν, παύοντας πλέον νὰ χαμογελά.
Κι ὅμως, ἐδῶ στὸ Ὄρος, καὶ μάλιστα στοὺς γεροντότερους, θὰ δεῖς τὴν ποικιλότητα τῶν διαφορετικῶν χαρακτήρων καὶ θὰ θαυμάσεις, διότι ὁ Θεὸς ἀγαπᾶ τὴν ποικιλία ἐνῶ ὁ διάβολος τὴν ἐπανάληψη. Θὰ ἔπρεπε, ὡς ἐκ τούτου, νὰ γραφτεῖ ἕνα βιβλίο μὲ τὰ αὐθόρμητα φαιδρὰ καὶ ἀστεῖα ἀπὸ τὴν καλοκάγαθη ζωὴ τῶν καλογήρων τοῦ Ἄθωνα, ποὺ θὰ μαρτυροῦσε τὸ ἀναστάσιμο πνεῦμα τῆς
πίστης μας, ποὺ καταλύει κάθε λύπη καὶ σκοτοδίνη κοσμική.
Ἐνδεικτικὰ θὰ ἀναφερθῶ στὸν γερο-Βλάσιο ἀπ’ τὴν μονὴ τοῦ Διονυσίου.
Ἂν καὶ ὑπερογδοντούτης, εἶχε ἄπλαστη καρδιὰ μωροῦ, ἀφοῦ “τὰ μωρὰ καὶ τὰ ἐξουθενωμένα ἐξελέξατο ὁ Θεός” (πρβλ. Α΄ Κορ. α΄, 27).
Μικρόσωμος καὶ μὲ ἐξερευνητικό πάντα πνεῦμα ἦρθε στὸ Ἁγιονόρος, “ἀφοῦ ἐπάντρεψα πρῶτα τὰς ἀδελφάς μου”, όπως έλεγε. Ἔκανε ἕναν μῆνα, βαδίζοντας μέ τά πόδια ἀπὸ τὸ χωριό του, τὴν Παλαιοκατούνα, μέχρις νὰ φτάσει στὸ ποθητό του Θεοπεριβόλι.
Φοροῦσε πάντα ἕνα ἀρχαῖο, κοντό ζωστικό, ὅπως οἱ παλιές ποδιές τῶν μαθητῶν στὰ σκολιά, γιατὶ καὶ αὐτὸς ἕνα ὅμοιο μαθητούδι τοῦ Χριστοῦ ἦταν. Καυχιόταν, μάλιστα, πολὺ πώς κατήγετο ἐκ τῆς ἠρωικῆς Ἀκαρνανίας καὶ δὲν λησμονοῦσε νὰ τὸ ἐπαναλαμβάνει: “Εἶμαι, τὸ λοιπόν, Ακαρνάνας”.
Καθότανε πολλὲς φορὲς στὴν καθέκλα ποὺ εἴχανε γιὰ νὰ κάμουν τὸ ἀναγκαῖο τὰ παράλυτα γεροντάκια.
Καὶ τοῦ λέγανε: “Μὴν κάθεσαι ἐκεῖ, γερο-Βλάση, δὲν κάνει, θὰ λερωθεῖς”.
“Μωρέ, εδώ μου αξίζει, τέτοιος που είμαι. Αυτή είναι η καλύτερη πολυθρόνα του κόσμου”.

Αφήστε μια απάντηση

Ορθοδοξία και Πατριωτισμός

09/06/2023

Η μητρότητα από την πρώτη στιγμή της είναι μια ανηφόρα

09/06/2023